λόγιος


λόγιος
[логиос] ουσ. а. ученый, просвещенный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λόγιος" в других словарях:

  • λόγιος — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λόγιος — Προσωνυμία του Ερμή ως θεού της γλώσσας και της ευγλωττίας, σε αντίθεση με τον Κερδώο Ερμή. Βλ. λ. Ερμής. * * * ια, ιο (AM λόγιος, ία, ιον) [λόγος] πεπαιδευμένος, πνευματικά καλλιεργημένος, μορφωμένος, πολυμαθής νεοελλ. 1. (και ως ουσ.) άνθρωπος… …   Dictionary of Greek

  • λόγιος — α, ο αυτός που ασχολείται με τα γράμματα, ο μορφωμένος, ο καλλιεργημένος: Οι λόγιοι συγγραφείς του Βυζαντίου έγραψαν αξιόλογα έργα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ερμής ο Λόγιος — Τίτλος του πρώτου ελληνικού περιοδικού. Κυκλοφορούσε κάθε δεκαπέντε ημέρες στη Βιέννη από την 1η Ιανουαρίου 1811 έως την 1η Μαΐου 1821. Ιδρυτής και πρώτος διευθυντής του (1811 14) ήταν ο γνωστός διδάσκαλος του Γένους Άνθιμος Γαζής και αργότερα… …   Dictionary of Greek

  • λογιώτερον — λόγιος of adverbial comp λόγιος of masc acc comp sg λόγιος of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογιωτάτων — λόγιος of fem gen superl pl λόγιος of masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογιωτέρων — λόγιος of fem gen comp pl λόγιος of masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογιώτατα — λόγιος of adverbial superl λόγιος of neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογιώτατον — λόγιος of masc acc superl sg λόγιος of neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λογίως — λόγιος of adverbial λόγιος of masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)